|
Article on other languages:
|
Τα πρώτα χρόνιαΓεννήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1883 στην κωμόπολη Varnano dei Costa κοντά στο Πρεντάπιο (Predappio) ένα χωριό της βορειοανατολικής Ιταλίας, όπου διέμενε η οικογένειά του, στην περιφέρεια του Φορλί (Forli) της επαρχίας Εμίλια–Ρομάνια (Emilia-Romagna). Ο πατέρας του, Αλεσάντρο, ήταν σιδηρουργός και ανήκε στο σοσιαλιστικό συνδικαλιστικό χώρο (αναρχοσυνδικαλιστής), η μητέρα του, Ρόζα Μαλτόνι, ήταν δασκάλα. Έλαβε το όνομα Μπενίτο (υποκοριστικό του ονόματος Βενέδικτος) λόγω του θαυμασμού του πατέρα του προς το σοσιαλιστή Πρόεδρο του Μεξικού Μπενίτο Χουάρεζ. Στην ηλικία των οκτώ εκδιώκεται από την εκκλησία, που πήγαινε η μητέρα του, ενώ δύο χρόνια αργότερα αποβάλλεται από το σχολείο επειδή τραυμάτισε κάποιον συμμαθητή του στο χέρι και πέταξε ένα μελανοδοχείο στο δάσκαλό του. Σε γενικές γραμμές όμως υπήρξε καλός μαθητής και στα 1901 έλαβε το δίπλωμα του δημοδιδάσκαλου από το διδασκαλείο του Φορλιμπόπολι (Forlimpopoli), και τον ίδιο χρόνο διορίσθηκε δάσκαλος στο Γκουαλτιέρι, μόλις 18 ετών, πλην όμως, αισθανόμενος αποστροφή για το μονότονου χαρακτήρα του επαγγέλματός του, παραιτήθηκε. Επιζητώντας ευρύτερους ορίζοντες για δράση, όντας ανυπότακτης ιδιοσυγκρασίας και φλογερού πείσματος προς δράση και ανάδειξη, σχεδίασε στην αρχή να πάει στην Αμερική. Η πρόσφατη ανάμειξή του στο σοσιαλιστικό κίνημα προκαλεί διάφορες διώξεις και τον επόμενο χρόνο (1902) μεταναστεύει, λόγω έλλειψης χρημάτων (για Αμερική), στην Ελβετία προκειμένου να αποφύγει τη στρατιωτική θητεία. Στην Ελβετία προσπαθεί να παρακολουθήσει μαθήματα γαλλικής φιλολογίας στα Πανεπιστήμια της Γενεύης, της Λοζάνης και αργότερα στη Βέρνη, εργαζόμενος στην αρχή ως κτίστης, οργανώνοντας απεργίες Ιταλών μεταναστών συναδέλφων του, συλλαμβάνεται για αλητεία και αναρχική δράση και απελαύνεται από τη χώρα το 1904. Αφού ολοκληρώνει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στην Ιταλία, επιστρέφει και πάλι στην Ελβετία, όπου σε μια δεύτερη απόπειρα να εξοριστεί αποπέμπεται με την παρέμβαση των σοσιαλιστών βουλευτών από τη Βέρνη στη Γενεύη ως ανεπιθύμητος από όλα τα καντόνια της χώρας. Η αρρώστια της μητέρας του τον αναγκάζει να επιστρέψει στην Ιταλία και πάλι όμως κυνηγημένος από τις αρχές καταφεύγει το 1908 στην υπό αυστριακή κατοχή περιοχή του Τιρόλου και εκδίδει μια τοπική σοσιαλιστική εφημερίδα. Τότε δημοσιεύει, μεταφρασμένο στα αγγλικά και το έργο του "Claudia Particella, l'amante del Cardinal Madruzzo" (Cardinal’s mistress - Η ερωμένη του καρδινάλιου). Εκδιώκεται και από τις αυστριακές αρχές και καταλήγει στο Φορλί, όπου εκδίδει την εφημερίδα La Lotta di Classe (Ταξική πάλη) και το 1910 εκλέγεται γραμματέας της τοπικής οργάνωσης του σοσιαλιστικού κόμματος. Την ίδια χρονιά παντρεύεται τη Ρακέλε Γκουίντι (Rachele Guidi), με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Από το σοσιαλισμό στο φασισμόΣτις αρχές του πολέμου της Ιταλίας ενάντια στην Τουρκία το 1911 βρίσκεται φυλακισμένος για αντιπολεμική δράση, εξ αιτίας των ειρηνιστικών του απόψεων. Με την αποφυλάκισή του διορίζεται αρχισυντάκτης της επίσημης εφημερίδας του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος Avanti! (Εμπρός!) και μετακομίζει στο Μιλάνο. Τον καιρό εκείνο στις πολιτικές του απόψεις υποχωρεί η ριζοσπαστική φιλοσοφία του Καρλ Μαρξ και αρχίζει να επηρεάζεται από τη φιλοσοφία του Φρειδερίκου Νίτσε, τις επαναστατικές πεποιθήσεις Γάλλου ριζοσπάστη διανοητή Αύγουστου Μπλανκί (Auguste Blanqui) και τη συνδικαλιστική θεωρία του Ζορζ Σορέλ (Georges Sorel). Με την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το σοσιαλιστικό κόμμα τάσσεται αναφανδόν κατά οποιασδήποτε επεκτατικής πολεμικής επιχείρησης από πλευράς του ιταλικού βασιλείου. Σε αυτή τη γραμμή τοποθετείται και ο Μουσολίνι. Μερικούς μήνες αργότερα, όμως, αλλάζει άποψη και συμπαρατίθεται με ένα τμήμα των συνδικαλιστών του κόμματος που υποστήριζε την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο. Αυτοί διαμόρφωσαν μια ομάδα αποκαλούμενη Fasci d'azione rivoluzionaria internazionalista (Πυρήνες επαναστατικής διεθνιστικής δράσης). Η εμμονή του στην υποστήριξη του επεμβατισμού οδηγεί στην αποπομπή του από τη θέση του αρχισυντάκτη της Avanti!. Το Νοέμβριο του 1914, με την υποστήριξη της μετέπειτα ερωμένης του Μαργαρίτας Σαρφάτι (Margherita Sarfatti), ιδρύει την εφημερίδα Il popolo d'Italia (Ο λαός της Ιταλίας) και την ομάδα Fasci d'Azione Rivoluzionaria (Πυρήνες - Σύνδεσμοι επαναστατικής δράσης). Η πληροφορία ότι η εφημερίδα του χρηματοδοτείται από τους Γάλλους, οι οποίοι επιθυμούσαν την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, και βιομηχάνους, που ήθελαν να αποδυναμώσουν το σοσιαλιστικό κόμμα, συνοδεύεται με διαγραφή του από αυτό. Τελικά η Ιταλία εισέρχεται στον πόλεμο το Μάιο του 1915 και το Σεπτέμβριο ο Μουσολίνι επιστρατεύεται. Τραυματίζεται από θραύσματα χειροβομβίδας το 1917, αποστρατεύεται και επιστρέφει στο Μιλάνο συνεχίζοντας την έκδοση της εφημερίδας του. Στις 23 Φεβρουαρίου 1919 ιδρύει το κόμμα Fasci de Combattimento (Πυρήνες του Αγώνα) αλλά αποτυγχάνει να εισέλθει στο κοινοβούλιο. Η ομάδα του κατά τη διάρκεια του μεγάλου απεργιακού κύματος του 1920 – 1921 δρα εναντίον των εργατών οργανώνοντας εκστρατείες τιμωρίας και έτσι κερδίζει τη συμπάθεια και τη στήριξη των βιομηχάνων. Το 1921 συμμετέχει στις εκλογές εκλέγοντας 37 βουλευτές και μετονομάζει το κόμμα του σε Partito Nazionale Fascista PNF (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα). Η πολιτική θεώρηση του Μουσολίνι στηριζόταν στην υποτιθέμενη υπέρβαση των κατεστημένων πολιτικών οριοθετήσεων αριστεράς, δεξιάς, κέντρου θέτοντας το φασισμό πέρα και πάνω από αυτές. Επαγγελλόταν ριζοσπαστικές αλλαγές χωρίς όμως ποτέ να παρουσιάζει επίσημο πρόγραμμα και τρόπους εφαρμογής τους. Γενικότερα η πρακτική του είχε να κάνει με τον έντονο θεατρινισμό, που εκδήλωνε, και την οξεία ρητορεία του με τάσεις υπερβολής και εντυπωσιασμού. Η είσοδός του στο ιταλικό κοινοβούλιο σήμανε την αρχή του τέλους για τον εύθραυστο ιταλικό κοινοβουλευτισμό. Σε μία επιδεικτική κίνηση υπέρβασης των πολιτικών ορίων παρέταξε τους βουλευτές του τοξοειδώς στα τελευταία έδρανα. Η άνοδος στην εξουσίαΟι φασιστικές ομάδες Μελανοχιτώνων, που είχε οργανώσει, δρούσαν τρομοκρατικά σε όλη τη χώρα. Στις 3 και 4 Οκτωβρίου του 1922 εισβάλλουν στις πόλεις της Γένοβας, του Λιβόρνου και της Αγκόνας και εγκαθιδρύουν τοπικές φασιστικές διοικήσεις. Στη χώρα επικρατεί αναταραχή, που προοιωνίζει εμφύλιο πόλεμο, ενώ οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Giovanni Giolitti, Ivanoe Bonomi, και Luigi Facta αδυνατούν να ανακόψουν την πορεία προς την αναρχία και την εκτροπή. Στις 28 Οκτωβρίου ο Μουσολίνι οργανώνει τη Marcia su Roma (Πορεία προς τη Ρώμη) και στις 31 Οκτωβρίου 100.000 Μελανοχίτωνες μέλη των Φασιστικών Φαλαγγών εισέρχονται στη Ρώμη και παρατάσσονται απέναντι από την αστυνομία και τους Κυανοχίτωνες του βασιλικού στρατού. Ο Βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ (Vittorio Emanuele III), αδύναμος να ελέγξει την κατάσταση και με την απειλή του εμφυλίου να επικρέμεται πάνω από τη χώρα παραδίδει την εξουσία στο Μουσολίνι, ορίζοντάς τον πρωθυπουργό. Αρχικά στο κοινοβούλιο υποστηρίχθηκε από τους φιλελευθέρους. Με τη βοήθειά τους εισήγαγε διατάξεις λογοκρισίας και τροποποίησε το εκλογικό σύστημα έτσι ώστε το 1925 ήταν σε θέση να αναλάβει δικτατορικές εξουσίες και να διαλύσει όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα και τα μη φασιστικά συνδικάτα. Συνακόλουθα διέλυσε το κοινοβούλιο και ίδρυσε από τις εφεδρείες των Μελανοχιτώνων τη Φασιστική Αστυνομία, με ευρείες αρμοδιότητες καταστολής. Ο κρατικός μηχανισμός, ευρισκόμενος πλήρως στα χέρια του, χρησίμευε ως μέσο προπαγάνδας και ανάσχεσης κάθε αντιπολιτευόμενης φωνής. Η δολοφονία το 1924 από φασίστες του σοσιαλιστή βουλευτή Τζιάκομο Ματτεότι (Giacomo Matteotti), που προσπαθούσε να καταγγείλει τη δράση του Μουσολίνι, υπήρξε αρχή μιας παρατεταμένης πολιτικής κρίσης στην Ιταλία, η οποία δεν έληξε παρά στις αρχές του 1925 όταν ο Μουσολίνι εγκαθίδρυσε μία προσωποπαγή ολοκληρωτική δικτατορία. Η φασιστική διακυβέρνησηΟ Μουσολίνι απέδιδε τεράστια σημασία στην προπαγάνδα εντός και εκτός Ιταλίας. Ο τύπος, το ραδιόφωνο, η εκπαίδευση και η κινηματογραφική παραγωγή εποπτεύονταν προσεκτικά ώστε να κατασκευάσουν την πλάνη ότι ο φασισμός ήταν το δόγμα του 20ού αιώνα που αντικαθιστούσε το φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία καθώς και να καλλιεργήσουν το μύθο του Duce (Ηγέτη), όπως αρεσκόταν να αποκαλείται. Το 1929 υπέγραψε την πρώτη συμφωνία (κονκορδάτο) αλληλοαναγνωρίσεως μεταξύ του ποντιφικού κράτους του Βατικανού και του Βασιλείου της Ιταλίας. Στην εξωτερική πολιτική, ο Μουσολίνι μετατοπίστηκε σύντομα από τον ειρηνόφιλο αντι-ιμπεριαλισμό της περιόδου της εξουσιαστικής του ανέλιξης, σε μια ακραία μορφή επιθετικού εθνικισμού. Ένα πρώιμο παράδειγμα αυτού ήταν ο βομβαρδισμός της Κέρκυρας το 1923 με αφορμή δολοφονίες από αγνώστους Ιταλών στρατιωτών στα ελληνο-αλβανικά σύνορα, οι οποίοι είχαν αποσταλεί προκειμένου να συμμετάσχουν ως μέλη της Διεθνούς Επιτροπής για τη διευθέτηση προβλήματος μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Ο Ιταλός δικτάτορας θεώρησε υπεύθυνη την ελληνική κυβέρνηση και απαίτησε ικανοποίηση ηθική και οικονομική. Όταν η κυβέρνηση αρνήθηκε να παράσχει οποιαδήποτε ικανοποίηση, δηλώνοντας ότι η Ελλάδα δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός, ο Μουσολίνι διέταξε τον ιταλικό στόλο να βομβαρδίσει την Κέρκυρα. Επιπλέον με την καταδίκη από την Κοινωνία των Εθνών του γεγονότος του βομβαρδισμού απείλησε με απόσυρση της Ιταλίας από τον οργανισμό. Λίγο αργότερα κατάφερε να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς φερέφωνων στην Αλβανία εισάγοντάς την ουσιαστικά υπό ιταλική διοίκηση ενώ επέβαλε στη Λιβύη, που βρισκόταν σε κατάσταση χαλαρής αποικιακής εξάρτησης με την Ιταλία από το 1912, πλήρη διοικητικό έλεγχο. Το 1935, στη Διάσκεψη της Stresa, βοήθησε στη δημιουργία ενός αντι-χιτλερικού μετώπου με σκοπό να υπερασπίσει την ανεξαρτησία της Αυστρίας. Αλλά η καταδίκη της ιταλικής κατάληψης της Αβησσυνίας το 1935 από την Κοινωνία των Εθνών, τον οδήγησε στη σύναψη συμμαχίας με το Γερμανό Φύρερ. Η ενεργός επέμβασή του κατά τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο υπέρ του στρατηγού Φράνκο εμπόδισε οποιαδήποτε δυνατότητα συμφιλίωσης με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Κατά συνέπεια, έπρεπε να δεχτεί τη γερμανική προσάρτηση της Αυστρίας το 1938 και το διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας το 1939. Στη Συνδιάσκεψη του Μονάχου τον Σεπτέμβριο του 1938 προσπάθησε να εμφανιστεί ως μετριοπαθής ηγέτης που αγωνίζεται για την ειρήνη στην Ευρώπη. Η συμμαχία του με τη Γερμανία, όμως, επιβεβαιώθηκε όταν προχώρησε στη σύναψη του "Χαλύβδινου Συμφώνου" με το Χίτλερ το Μάιο του 1939. Όντας σαφώς κατώτερος σύμμαχος, ο Μουσολίνι, ακολούθησε τους Ναζί στην υιοθέτηση μιας φυλετικής πολιτικής, που οδήγησε στη δίωξη των Εβραίων και τη δημιουργία καθεστώτος φυλετικών διακρίσεων στην ιταλική αυτοκρατορία. Πριν από αυτό, οι Εβραίοι δεν διώκονταν από την κυβέρνηση του Μουσολίνι ενώ επιτρεπόταν να κατέχουν υψηλές θέσεις στο φασιστικό κόμμα. Τα μέλη της TIGR, μια σλοβενικής αντι-φασιστικής ομάδας, σχεδίαζαν να δολοφονήσουν το Μουσολίνι στο Kobarid το 1938, αλλά απέτυχαν. Ο Β' Παγκόσμιος ΠόλεμοςΚαθώς πλησίαζε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ο Μουσολίνι εξήγγειλε την πρόθεσή του για προσάρτηση της Μάλτας, της Κορσικής και της Τυνησίας. Τον Απρίλιο του 1939, μετά από έναν σύντομο πόλεμο, κατέλαβε την Αλβανία. Αν και επί 15 έτη διακήρυσσε τις αρετές του πολέμου και τη στρατιωτική ετοιμότητα της Ιταλίας, οι δυνάμεις του ήταν απολύτως απροετοίμαστες όταν ο Χίτλερ οδήγησε, με την εισβολή του στην Πολωνία, ολόκληρη την Ευρώπη σε ένα νέο πόλεμο. Αποφάσισε να παραμείνει εκτός πολέμου εωσότου βεβαιωνόταν ποια πλευρά θα κέρδιζε. Μόνο μετά την πτώση της Γαλλίας τον Ιούνιο του 1940 κήρυξε τον πόλεμο ενάντια της Γαλλίας και της Βρετανίας, ελπίζοντας ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε μόνο μερικές εβδομάδες επιπλέον. Η επίθεσή του στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου 1940 αποκάλυψε ότι δεν είχε κάνει τίποτα για να προετοιμάσει μια αποτελεσματική στρατιωτική μηχανή. Οι δυνάμεις του, που εμφανίζονταν να κατέχουν υπεροπλία έναντι του μικρού ελληνικού στρατού, υπέστησαν πανωλεθρία και εξωθήθηκαν στην αλβανική ενδοχώρα. Από αυτή του την ενέργεια απώλεσε το 1/3 της Αλβανίας και μόνο η επέμβαση των γερμανικών στρατευμάτων κατάφερε να κάμψει τις ελληνικές δυνάμεις τον Απρίλιο του 1941. Μετά από αυτό δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσει το Χίτλερ στην κήρυξη του πολέμου κατά της Σοβιετικής Ένωσης τον Ιούνιο του 1941 και των Ηνωμένων Πολιτειών το Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Το τέλος ενός δικτάτοραΜετά τις στρατιωτικές αποτυχίες σε Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία και Σοβιετική Ένωση η δημοφιλία του Μουσολίνι άρχισε να καταβαραθρώνεται ακόμα και εντός του κόμματός του. Η αποβίβαση των συμμαχικών στρατευμάτων στη Σικελία το 1943 έστρεψε εναντίον του το σύνολο των συντρόφων του. Στις 25 Ιουλίου 1943 το Gran Consiglio del Fascismo (Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο) ψήφισε τη μεταβίβαση της εκτελεστικής εξουσίας στο Βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ’. Ο Βασιλιάς κάλεσε το Μουσολίνι στα Ανάκτορα και του αφαίρεσε κάθε εξουσία, ενώ κατά την έξοδό του συνελήφθη και εξορίστηκε στο Gran Sasso, στα Αβρούζια Όρη της κεντρικής Ιταλίας, σε πλήρη απομόνωση. Η υπογραφή παράδοσης από μέρους της νέας ιταλικής κυβέρνησης οδήγησε στην εισβολή από βορρά των ναζιστικών στρατευμάτων και την κατάληψη μέρους της βόρειας Ιταλίας. Με μία εντυπωσιακή επιχείρηση Γερμανοί αλεξιπτωτιστές απελευθέρωσαν το Μουσολίνι και τον φυγάδευσαν στα γερμανοκρατούμενα εδάφη. Εκεί τέθηκε επικεφαλής της επονομαζόμενης Repubblica Sociale Italiana (Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας) ή όπως επικράτησε να λέγεται Δημοκρατίας του Σαλό, από την πόλη όπου έδρευε η κυβέρνηση. Ο ρόλος του ήταν περισσότερο διακοσμητικός, αφού ουσιαστικά κυβερνούσαν οι Γερμανοί, ωστόσο είχε την ευκαιρία να εξοντώσει αρκετούς από αυτούς που απομακρύνθηκαν από κοντά του, όπως ο γαμπρός του Γκαλεάτσο Τσιάνο (Galeazzo Ciano). Τότε συνέγραψε και την αυτοβιογραφία του με τίτλο "Η Άνοδος και η Πτώση μου". Στις 27 Απριλίου 1945, λίγο πριν την είσοδο των συμμαχικών στρατευμάτων στο Μιλάνο, και ενώ ο Μουσολίνι κατευθυνόταν στην πόλη Chiavenna μαζί με την ερωμένη του Κλαρέττα Πετάτσι (Claretta Petacci) με σκοπό τη διαφυγή τους στην Ελβετία, συνελήφθησαν από Ιταλούς παρτιζάνους. Την επόμενη μέρα δικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και εκτελέστηκαν μαζί με 16 ακόμη άτομα, τα περισσότερα μέλη της κυβέρνησης του Σαλό ενώ τα πτώματά τους κρεμάστηκαν στην κεντρική πλατεία Λορέτο (Piazzale Loreto) του Μιλάνου. Η φασιστική πολιτική θεωρία και πρακτική του ΜουσολίνιΟ Μουσολίνι αποκρυσταλλώνοντας τη νέα φασιστική θεωρία του στάθηκε εχθρικός προς το μαρξισμό, το φιλελευθερισμό και το συντηρητισμό, δανειζόμενος, όμως, έννοιες και πρακτικές και από τις τρεις ιδεολογίες. Ο φασισμός απέρριπτε τις αρχές της ταξικής πάλης και του διεθνισμού των εργαζομένων ως απειλές στην εθνική ή φυλετική ενότητα, όμως εκμεταλλεύθηκε συχνά τις διαμαρτυρίες ενάντια στους κεφαλαιοκράτες και τους μεγαλοκτηματίες δημιουργώντας από αυτές θεωρίες συνωμοσίας. Απέρριπτε τα φιλελεύθερα δόγματα της προσωπικής ελευθερίας και δικαιωμάτων, του πολιτικού πλουραλισμού και της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης, όμως, υποστήριζε την ευρεία συμμετοχή στην πολιτική και μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα κοινοβουλευτικά κανάλια ως κινητήριους μοχλούς ενίσχυσης της δυναμικής του. Επιπλέον χρησιμοποιήθηκε από τη μεγαλοαστική και τη μέση οικονομικά τάξη ως μέσο ανάσχεσης της επαναστατικής και συνδικαλιστικής δράσης των χαμηλόμισθων εργατών. Εκμεταλλευόμενος την αδυναμία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και υποσχόμενος στους βιομηχάνους εισαγόμενες επενδύσεις και στρατιωτικά προγράμματα ανέλαβε τον κρατικό έλεγχο της οικονομίας προκειμένου να μειώσει την κοινωνική τριβή. Η εφαρμογή της φασιστικής διακυβέρνησης απέδειξε ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μιας φασιστικής χώρας το χωρισμό και τη δίωξη ή άρνηση της ισότητας σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του πληθυσμού που εδρεύει πάνω σε επιφανειακές ιδιότητες ή συστήματα πεποίθησης. Μια φασιστική κυβέρνηση έχει πάντα μια κατηγορία πολιτών που θεωρείται ανώτερη και χρηστή εν αντιθέσει προς την άλλη, αυτή των παριών του συστήματος, που διαχωρίζονται κατά τις ανάγκες της εξουσίας από τη φυλή, τη θρησκεία ή την προέλευση. Είναι δυνατό να ενυπάρχουν παράλληλα η δημοκρατία και το φασιστικό κράτος. Η περιούσια τάξη απολαμβάνει τη δημοκρατία ενώ η καταπιεσμένη τάξη υφίσταται το φασιστικό κράτος. Στην Ιταλία του Μουσολίνι το ρόλο των παριών είχαν αρχικά οι αριστεροί και δημοκρατικοί πολίτες. Τουλάχιστον αυτοί, που ανοικτά εξέφραζαν την αποδοκιμασία τους στο καθεστώς. Διώκονταν συστηματικά και τους αποδιδόταν ο ρόλος του εσωτερικού εχθρού ή του αποδιοπομπαίου τράγου για κάθε αποτυχία, που δεν έπρεπε να χρεωθεί στην ανικανότητα του καθεστώτος. Αργότερα, ως απότοκη της συμμαχίας με τη ναζιστική Γερμανία, ακολούθησε η τοποθέτηση στις τάξεις των εχθρών και των Ιουδαίων στο θρήσκευμα πολιτών. Υπήρχε ήδη η τεράστια προπαγανδιστική εφεδρεία των ναζιστών εναντίον των Εβραίων, η οποία απλά μεταφυτεύθηκε στην Ιταλία. Είναι πάντως χαρακτηριστικό το γεγονός της πλάνης μέρους του πνευματικού και πολιτικού κόσμου, που έτεινε να βλέπει το Μουσολίνι σαν χαρισματικό οραματιστή πολιτικό. Η ρητορεία του για την υπέρβαση των παλαιών πολιτικών και η επαγγελία του για ένα νέο σύστημα αξιών έδειχνε να πείθει μέρος της ιντελιγκέντσιας. Από τον Γκαμπριέλε Ντ’Ανούντσιο, τον Ουίνστων Τσώρτσιλ έως και τον Έλληνα κορυφαίο λογοτέχνη Νίκο Καζαντζάκη εκφράζεται θαυμασμός προς το πρόσωπο του Μουσολίνι. Ο Καζαντζάκης μάλιστα σε μια επιστολή προς τη σύζυγό του Γαλάτεια αναφέρει: "Ανυπομονώ να δω πού βρίσκεται τόρα η Ιταλία, τί πνεματικά ρέματα, τί ανησυχίες, τί προσπάθειες στην τέχνη και στη σκέψη. Ένα κανείς διακρίνει: την κυριαρχία του φασισμού. Και φασισμός είναι ένα μεγάλο κοινωνικό (όχι μονάχα πολιτικό) ρέμα που παρασύρει την νεολαία όλης της Ιταλίας. Όπως είναι ο μπολσεβικισμός ένα σύνθημα πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πνεματικό κλπ. όμοια κι ο Φασισμός. Νέοι από 15 χρονών γυρίζουν τους δρόμους με τα μάβρα τους πουκάμισα, μάβρους σκούφους, σε διαρκή επιστράτεψη. Περιοδικά τέχνης πλήθος εκδίδονται με φασιστικό ιδανικό. Ίσως αφτό να μελετήσω είναι το κλειδί της σύχρονης πνεματικής Ιταλίας. Μπολσεβικισμός και φασισμός είναι οι δυο σύχρονοι πόλοι που περιστρέφεται η Εβρώπη. Ο Μουσολίνι είναι ίσως πολύ μεγαλήτερος απ' ό,τι ωστόρα συνηθίσαμε να θαρούμε. Πάντως αργότερα θα μπορέσω να κρίνω° τόρα Σου γράφω απλώς την πρώτη μου εντύπωση." Για όλα αυτά ευθυνόταν βέβαια η καλοστημένη προπαγανδιστική μηχανή του φασισμού. Μόνο όταν ο Ντούτσε εισήλθε σε πολεμική τροχιά, πρώτα με την κατάληψη της Αβησσυνίας, και έπειτα με τη συμμετοχή στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο φάνηκαν οι διαθέσεις αλλά και η ένδεια του φασιστικού καθεστώτος του. Το τελικό χτύπημα στο εναπομείναν γόητρό του θα επιφέρει η συμμετοχή του στην κυβέρνηση ανδρεικέλων του Σάλο. Η πλήρης διαφθορά και η έλλειψη στοιχειωδών πολιτικών και ηθικών αρχών θα σταθούν η οριστική ταφόπλακα του φασιστικού πειράματος. Ο Μουσολίνι και η ΕλλάδαΟι σχέσεις του Μουσολίνι με την Ελλάδα ανάγονται στην πρώτη περίοδο διακυβέρνησής του και ειδικότερα το 1923, όταν σε μία επίδειξη δύναμης και επιδιώκοντας να εμφανιστεί σαν ήρωας – ηγέτης, για εσωτερική κατανάλωση, προέβη στο βομβαρδισμό της Κέρκυρας. Το επεισόδιο έληξε με την καταδίκη της Ιταλίας από την Κοινωνία των Εθνών και έκτοτε οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών βρίσκονται σε κατάσταση ομαλής γειτονίας παρά την ιταλική κατοχή της Δωδεκανήσου. Το κατακτητικό ενδιαφέρον του ξυπνά όταν, εισερχόμενος στη Συμμαχία του Άξονα, στέκει απλός παρατηρητής των πολεμικών επιτυχιών του Χίτλερ και αισθάνεται σε μειονεκτική θέση έναντι του συμμάχου του. Τότε αποφασίζει να αιφνιδιάσει το Χίτλερ προβαίνοντας με ένα πόλεμο – αστραπή στην κατάκτηση της Ελλάδας. Φαίνεται μάλιστα να λέει ότι: "Ο Χίτλερ με φέρνει πάντα προ τετελεσμένων γεγονότων. Αυτή τη φορά θα τον πληρώσω με το ίδιο νόμισμα. Θα πληροφορηθεί ότι κατέλαβα την Ελλάδα από τις εφημερίδες." Η αρχική του σκέψη ήταν η κατάκτηση των νησιών του Ιονίου μετά την είσοδό του στην Αλβανία αλλά προσέκρουσε στην άρνηση του Χίτλερ για μία τέτοια επιχείρηση. Η πρώτη εχθρική πράξη γίνεται στις 15 Αυγούστου 1940, όταν ιταλικό υποβρύχιο τορπιλίζει το ελληνικό καταδρομικό Έλλη στην Τήνο, όπου είχε μεταβεί για τις εορτές της Μεγαλόχαρης. Η ελληνική κυβέρνηση, προσπαθώντας να αποτρέψει τη σύγκρουση, αποδίδει τον τορπιλισμό σε άγνωστης ταυτότητας υποβρύχιο. Από τη στιγμή εκείνη οι δύο χώρες εισέρχονται σε πολεμική τροχιά. Το αλβανικό κράτος ήδη από τον Απρίλιο του 1939 βρισκόταν υπό ιταλική κατοχή, οπότε έγινε η βάση συγκέντρωσης των φασιστικών στρατευμάτων. Ο Μουσολίνι βιαζόταν να επιτεθεί στην Ελλάδα θεωρώντας βέβαιη την κατάκτησή της σε μικρό χρονικό διάστημα αλλά και χολωμένος από την εισβολή του Χίτλερ στη Ρουμανία στις 12 Οκτωβρίου. Έτσι τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, την ημέρα της 18ης επετείου της πορείας προς τη Ρώμη, ο Ιταλός πρέσβης κόμης Γκράτσι παρουσιάζεται στον Ιωάννη Μεταξά κομίζοντάς του τελεσίγραφο παράδοσης. Η αρνητική απάντηση του Μεταξά με τη γαλλική φράση "Alors, c'est la guerre" (Λοιπόν, πόλεμος) υπήρξε η αρχή του ελληνικού έπους του 1940 και πέρασε στη λαϊκή συνείδηση ως ΟΧΙ. Πριν ακόμη λήξει το τελεσίγραφο οι ιταλικές δυνάμεις άρχισαν να εισβάλουν στα ελληνικά εδάφη. Η επίθεση αυτή, που θεωρήθηκε άνανδρη και απρόκλητη από τον ελληνικό λαό, γέννησε ένα κύμα μαζικού ενθουσιασμού, το οποίο μεταφέρθηκε στο μέτωπο από τους Έλληνες στρατιώτες και απέδωσε την υψηλή μαχητικότητα του στρατεύματος. Ο Ιταλός δικτάτορας γίνεται σατυρικό θέμα σε μουσικές επιθεωρήσεις, γελοιογραφίες και τραγούδια αποτελώντας ίσως τον πλέον σατιρισμένο πρόσωπο στη νεότερη ελληνική ιστορία. Στο μέτωπο τα ελληνικά στρατεύματα αντιστρέφουν τους όρους και από την άμυνα περνούν στην επίθεση καταλαμβάνοντας μέρος της ιταλοκρατούμενης αλβανικής ενδοχώρας. Η προέλαση των Ελλήνων αποτελεί την πρώτη ήττα του διαφαινόμενου ως πανίσχυρου Άξονα. Ο διεθνής τύπος εκθειάζει την ελληνική μαχητικότητα και το στρατιωτικό φιάσκο αναγκάζει τον Ντούτσε να αποζητήσει τη γερμανική βοήθεια. Ο Χίτλερ στέκει απογοητευμένος μπροστά στην κατάσταση και σε επιστολή του επιπλήττει το Μουσολίνι για την προχειρότητα της ενέργειάς του. Τελικά όμως, χάριν του γοήτρου του Άξονα, τα ναζιστικά στρατεύματα επιτίθενται και εισβάλουν στην Ελλάδα σηματοδοτώντας την αρχή μιας επώδυνης τριπλής κατοχής. Αποφθέγματα
Συγγραφικό έργο του M.Μουσολίνι
Πηγές
Βιβλιογραφία
Εξωτερικές συνδέσεις
|
||||||||||||||||||||||||||
This article is from Wikipedia. All text is available under the terms of the GNU Free Documentation License.
Mercedes Car
This site monitored by SitePinger.net