To Ξύλο ή Ξύλωμα όπως είναι γνωστό στη βοτανική ορολογία, είναι ο φυτικός ιστός, η συμπαγής, σκληρή και ινώδης κυτταρική ουσία που αποτελεί κατά κύριο λόγο τον κορμό, τα κλαδιά και τις ρίζες των δένδρων, των θάμνων και γενικότερα, των λεγόμενων ξυλωδών φυτών.
Το ξύλωμα αποτελεί εκείνο το σύστημα με το οποίο μεταφέρεται και κυκλοφορεί ο ακατέργαστος χυμός, δηλαδή το νερό και οι ανόργανες ουσίες που απορροφούν οι ρίζες από το έδαφος, ενώ ταυτόχρονα, αποτελεί τον κύριο στηρικτικό ιστό των βλαστών και των ριζών.
Η έννοια της λέξης Ξύλο στην αρχαία ελληνική γραμματεία
Στην αρχαία γραμματεία η λέξη Ξύλον είχε πολλές σημασίες και τη χρησιμοποιούσαν για να περιγράψει:
το φορτίο ξυλείας:
"σίτον τ' εκ μεγάρων, επι δε ξύλα πολλά λέγεσθε"
(Ιλιάδα, 8.507)
"και των τε πλοίων επιτυχούσαι τα πολλά διέφθειραν και ξύλα ναυπηγήσιμα"
(Θουκ. 7.25.2)
"όκως μεν ήμερη γένοιτο, ξύλα τετράγωνα, επ' ών την διάβασιν εποιεύντο οι Βαβυλώνιοι"
(Ηροδ. 1.186)
το δένδρο:
"δασύ πολλοίς και παντοδαποίς και μεγάλοις ξύλοις."
(Ξενοφ. Ανάβ. 6.4-5)
το έδρανο του δικαστηρίου:
"έρα τε τούτου του δικάζειν, και στένει ην μη 'πι του πρώτου καθίζηται ξύλου"
το όργανο φυλάκισης με τρύπες για τα χέρια και τα πόδια
"Ως γαρ δη εδέδετο εν ξύλω"
(Ηρόδοτ. 9.37)
το ρόπαλο:
"τον Ηρακλέα μυθολογούσι δέρμα και ξύλον έχοντα"
(Πλουτάρχου, Λυκούργος, 30.2)
Η έννοια της λέξης Ξύλο στη Βίβλο
Στην Παλαιά Διαθήκη, η λέξη ξύλον έχει συχνά την έννοια του δένδρου. Για παράδειγμα, 40 φορές περίπου μέσα στην Πεντάτευχο, σημαίνει δένδρο είτε πραγματικό, είτε ως σύμβολο του δένδρου της ζωής (π.χ. Γεν. 2:17 & 3:22).